Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Διήγημα:Η μαγεία της εφημερίδας

Αποτέλεσμα εικόνας για αναγνωση εφημεριδωνΤου Παναγιώτη Αντωνόπουλου
           Η ανάγνωση της  εφημερίδας στη χρυσή εφηβική ηλικία ήταν πνευματικό ψήλωμα, αχτίδα γνώσης λαμπρόφεγγη που μας ακόνιζε του λογισμού το κοντάρι. Την έφερνε ο πατέρας από την πόλη σε σακούλι  μαζί με είδη μπακαλικής, αρωματικό μπακαλιάρο, κονσέρβες  και φρέσκους γαύρους ψαρεμένους στην αρμύρα του Ιονίου. 
           Ψαλιδίζοντες το χρόνο της ραστώνης μας το περίσσευμά του το ξοδεύαμε σκυμμένοι ώρες πολλές να διαβάζουμε και να ξαναδιαβάζουμε τις στήλες και τις γραφές της. Και αυτό γιατί υποτασσόμαστε στην πνευματική μας φιλοδοξία που μας ήθελε μεγαλειώδεις εγκυκλοπαιδιστές και αδιόρθωτους εραστές του γνωστικού ρεαλισμού.
          Όταν ξεπέζευε στην αυλή  από τον ίππο μας την προσέφερε. Τη δεχόμαστε όπως οι πάπες την τιάρα και κλεινόμαστε στο εφηβικό μας δωμάτιο. Αρχή της ανάγνωσης ήταν η στήλη με τα ποδοσφαιρικά.  Σκότος  η << Οδύσσεια >> του Ομήρου, ευτελέστατη η  << Αντιγόνη >> του Σοφοκλή, ρομάντζα για γέρους ο << Οιδίποδας τύραννος >> μπροστά στις τρίπλες του Νεστορίδη, τους κεραυνούς του Παπαεμμανουήλ και τις αιλουροειδείς αποκρούσεις στη γωνία του γάτου τερματοφύλακα Θεοδωρίδη! Ο Λινοξυλάκης μέγιστος βιρτουόζος της στρογγυλής θεάς, η τριάρα της ομάδας μας πλέον ενθουσιώδης από τη θεία Κλυταιμνήστρα του βιβλίου που μας γέμιζε τρόμο! Ο Οδυσσέας άντρας πολύτροπος, όμως ο Δομάζος πορθητής ανίκητος του κάστρου του Ολυμπιακού.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ:Αχτίδα κίτρινη γλυκιά

Αποτέλεσμα εικόνας για Αχτίδα κίτρινηΤου Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
          << Αγαπημένε μου! Σ’ ευχαριστώ θερμά για το βιβλίο σου που μου έστειλες  και για τα ζεστά σου λόγια. Μα ακόμη σ’ ευχαριστώ πιο θερμά για την επικοινωνία που είχαμε. Αυτό μου ‘δωσε ζωή, μ’ έκανε πιο χαρούμενη και πιο γυναίκα! Ζωντανή, καυτή και ζωηρή όπως με θέλεις!
          Το βιβλίο σου, ναι, το διάβασα εν μια νυκτί, που λένε. Μου άρεσε! Οι περιγραφές του ζωντανές, ο διάλογος παραστατικός, εικόνες με έντονα χρώματα  κρατούν τον αναγνώστη σε αδιάπτωτο ενδιαφέρον ως την τελευταία του σελίδα.  Οι αναδρομές στα περασμένα, στολίδι και εμπλουτισμός του όλου έργου, αλατοπίπερο νοστιμιάς. Έχεις την τέχνη να κεντρίζεις την περιέργεια για το τι θα γίνει τελικά.
         Στο κείμενό σου κυριαρχεί το βιωματικό και τ’  ανθρώπινα μηνύματά σου συγκινούν βαθιά με τη νίκη της ηρωίδας γυναίκας του μυθιστορήματός σου που αν και κυλίστηκε στο βούρκο της ακολασίας, δάμασε την αγάπη της για να μείνει πιστή στο μοναδικό άντρα που της φέρθηκε με ανθρωπιά, από καθήκον κι ευγνωμοσύνη. Τι υπέροχο αυτό! Και μαζί της είναι τόσο υπέροχοι οι ήρωές σου, ζωντανοί και ανεπανάληπτοι, τόσο, που τους ζεις, τους αισθάνεσαι, τους γνωρίζεις και τους αγαπάς.

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ:Οι τρεις του βουνού

Αποτέλεσμα εικόνας για Οι τρεις του βουνού Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                Ήρθε και τούτο το καλοκαίρι μ’ άδεια τα αμπάρια του και  το κορμί του πληγωμένο και βαριά άρρωστο. Οι λόγγοι έδιωχναν τους κότσυφες, κάθε κρουσταλλένιο σφύριγμα στον κάμπο έσβηνε στη σιωπή και οι ψυχές μας αφανίζονταν φυλακισμένες στης τσίτσιδης φτώχειας το κλουβί. 
            Ο άρτος σκαστός από την κόφα, το όσπριο λίγο, το κολοκύθι του κήπου  άγλυκο και διψασμένο.  Προσμέναμε τα χειρότερα και για να μη έρθουν, έπαιρνα το φίλο μου τον Πορφυρίωνα και σκαρφαλώναμε στο βουνό. Αφανισμένοι εκεί ημερεύαμε τις Λερναίες Ύδρες, ξεγελούσαμε τις Χίμαιρες και τις νύχτες το πνεύμα μας ασκούσαμε να βρούμε το σωματίδιο του θεού που έφτιαξε τον ουρανό, τη γη και τον ωκεανό.

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Εδώ Νότος

Αποτέλεσμα εικόνας για τα φεγγάριαΤου Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
                Μουντζουρωμένος με φούμο εδώ και καιρό ο Νότος μας. Οι πολύαρνοι και πολύμοσχοι κάποτε κάτοικοί του, ζούνε σε πικρία απέραντη. Τα ρόδινα της αυγής τους εγκατέλειψαν, τα ευρώ τους  σαρώθηκαν και το σχισμένο σακάκι τους κρέμεται μπαλωμένο στο καρφί. 
               Στους καιρούς μας εδώ στο Νότο η ζωή είναι περιτομημένη. Η φτώχεια παίζει κρυφτούλι με την κοιλιά, οι νύχτες νηστικές ξαγρυπνούν με προσευχές, οι τρελοί πιάνουν κουβέντες με τα ξωτικά. Όσοι είναι ξεχασμένοι από το Θεό τρώνε ξερό ψωμί, όσοι είναι περιούσιοι  την τυλώνουν γιατί το Τάγμα των αγιογδυτών ευρωπροστυχοχριστιανών συνεχίζει να τους γεμίζει τα κατσαρόλια τους. 
               Στους καιρούς μας εδώ στην άκρα γωνιά του Νότου  οι κούκοι κοιμούνται. Τα ουράνια τόξα βάφονται γκρίζα και οι μαύροι έποικοι θάβουν ζωντανούς τους γέρους και τις γριές. Οι νεράιδες κρύβονται στις ρωγμές των βράχων και οι ομπρέλες των μανιταριών το σούρουπο μοιάζουν με μπότες κατακτητή.

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Το πανηγύρι της Αρκαδιάς

Αποτέλεσμα εικόνας για Το πανηγύρι της κυπαρισσιας
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
           Δεκαετία του ’60. Ένας γαμψονύχης δράκος μας έσπρωχνε στο γκρεμό, ένα ζαβό ριζικό βράδιαζε τη βιασμένη μέρα μας. Εκείνη μας έστελνε νηστικούς στο κρεβάτι με το αίμα ξεραμένο στα πόδια μας, μ’ ένα τρίμμα φόβου στα σπλάχνα που έσκαβε το λαγούμι μας να κρυφτούμε μέσα.  Ουδέ διασκέδαση, ουδέ διεφθαρμένα σήριαλ, ουδέ κινητό αφής που να μας μεταδίδει το φωτισμό της γνώσης. Τη βγάζαμε με αναρριχήσεις στα βουνά, με κλωτσιές σε τόπια από κουρέλια, πηδούσαμε φράχτες, μαργαρίτες μαδούσαμε, ψελλίζοντας ασθμαίνοντες: << Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει!  Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει! >>  
           Έρχονταν και μέρες ποτισμένες με βάλσαμο που τις πονεμένες καρδιές μας, γιάτρευαν. Μας λυπόταν ο Θεός των φτωχών,  βαρούσε το σήμαντρό του, μάζευε τους αγίους και τους έστελνε στα πανηγύρια. Ουρές οι πιστοί, σωροί το κερί στα μανουάλια, το χρήμα με τη σέσουλα στο παγκάρι και το πρόσφορο μοιρασμένο να μας τυλώνει.

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Μεσσηνία πατρίδα μας!

Αποτέλεσμα εικόνας για μαύρο σύννεφο
         Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου   
           Ο ήλιος λίγο πριν σε βρει ο κατακλυσμός αργολίγωνε μες στο χρυσαφί των ελιών σου και στις αχτιδένιες ούγιες  των φύλλων της πικροδάφνης που φωτοστάλαζε η χρυσόκομη δύση. Εκεί και το σμάρι πουλιών που χαίρονταν τον παράδεισό σου με φτερουγίσματα και τσιριχτούς καυγάδες. Πιο πέρα πάνω στο χώμα οι ισόχρονοι χτύποι από τα τσαπιά των εργατών πάλευαν να κάνουν με το μεροκάματο μια πνοή τη ζωή και την ευτυχία. 
             Ώσπου ήρθε το μαύρο σύννεφο. Άγνωρους ως τώρα τρόμους σε γέμισε, το καρδιόχτυπό σου έπνιξε σε λίμνες από θολά νερά, που με ορμή κυλούσαν από τις πηγές της Νύχτιας χώρας. Κι αμέσως η φρίκη απλώθηκε πάνω σου, η ψυχή σου θλιμμένη αγκομάχησε κι ένα πλάσμα ολέθρου, κάποιο φάσμα όρνιου πήγε να πάρει το σώμα σου.
             Στις πληγές που σου άνοιξε άντεξες, κοντά μας και πάλι έμεινες,  ωραία πριγκίπισσα, μια  φρεγάδα αφρόζωστη να παίζεις  με τα νερά που λούζουν τα ακρογιάλια σου. Για να χαρεί ο κόσμος σου, το πνεύμα ν’ αναβρύσει και με στίχους εύηχους  η Μαρία Πολυδούρη να τραγουδήσει:

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Ο θρήνος!

Αποτέλεσμα εικόνας για φωνή παιδιού, του νεκρού
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
              Ω! Τι θρήνος! Τι ράγισμα καρδιάς! Εχθροί της ζωής και της χαράς, πλάσματα ολέθρου, όρνια και φαντάσματα της πλουτώνειας νύχτας, τους κόμπους από τα αίματα που στάζουν στα φονικά τους χέρια  ξεπλένουν σε έρμης τάφρου την τρομάρα. Η ψυχούλα του σκοτωμένου άγγελου στο Χαλέπι λικνίστηκε  στο δακρυσμένο σύννεφο, πέταξε για τη θλιμμένη λαγκαδιά των ασφοδελών, έσμιξε εκεί με τη θλιμμένη μοναξιά, πίσω της άφησε τα δυο αδέρφια να βογκούν αγκαλιασμένα σαν δυο σύθαμπες νησίδες πριν σωριαστούν κάτω από σεισμό.
                Γραφτό του ήταν στης νιότης του το άνθος να πάει απ΄ το δρεπάνι του εχθρού. Γραφτό να τον σκεπάσει ο πέπλος της νυχτιάς, γραφτό και ένα αεράκι της ανατολής να φέρει το μοιρολόι των δυο αδερφών του στη δική μας σιωπή και στην οδύνη των δικών μας σπιτιών:  
                << Για πες μου, αδερφάκι μου; Τι του ζήλεψες αυτού του κάτου κόσμου; Ευτού βιολιά δεν παίζουνε, παιγνίδια δε βαρούνε, ευτού συνδυό δεν κάθουνται, συντρείς δεν κουβεντιάζουν, είναι κ’ οι νιοί ξαμάρτωτοι κ’ οι νιές ξεστολισμένες και των μανάδων τα παιδιά σαν μήλα ραβδισμένα >>. 

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ:Η ρουλέτα

Αποτέλεσμα εικόνας για η ρουλετα ειναι στημενηΤου Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
Μόλις ο κρουπιέρης φώναξε << κόκκινο! >> ο άντρας με το ακριβό κουστούμι και το νεανικό πρόσωπο, πάγωσε ολάκερος κι άρχισε να τρέμει ασταμάτητα. Και τούτο γιατί συνειδητοποίησε με φρίκη πως δεν του είχε απομείνει ούτε ένα λεπτό στην τσέπη  σαν έχανε και τα τελευταία του πέντε χιλιάδες ευρώ που ποντάρισε στο καταραμένο μαύρο και δεν του βγήκε.
Έτσι σαν πήρε μια βαθιά ανάσα για  να συνέλθει από το σοκ που πέρασε, άφησε πίσω του τη ρουλέτα και τους παίχτες της και σαν μανιακός κατευθύνθηκε στο μπαρ του καζίνου.
<< Και το μόνο που μπορώ να θυμηθώ >> σιγοψιθύρισε σαν κάθισε  << είναι ότι στην αρχή και για μια ώρα, μάζευα χιλιάδες ευρώ, έχοντας την τύχη μαζί μου και στο τέλος  μέσα σε τρία λεπτά, έπαθα καταστροφή!  Αν το μαύρο… Αν το μαύρο λέω, ξανάβγαινε δε θα ήμουν έτσι τώρα! Και το κόκκινο; Είχε αργήσει να βγει… Έπρεπε να το προσέξω… Αχ, αυτά τα καπρίτσια της τύχης, κανείς δεν μπορεί να τα προβλέψει… >>
Έκανε ύστερα μια κουρασμένη κίνηση με το χέρι του και δείχνοντας στο γκαρσόνι ένα από τα μπουκάλια με το ουίσκι του ζήτησε ένα ποτήρι.

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Διήγημα: Ο γύπας με τα σιδερένια νύχια

Αποτέλεσμα εικόνας για γυπας και παιδιΤου Παναγιώτη Αντωνόπουλου           
          Μέρες τώρα η πόλη έβραζε σαν ηφαίστειο και δεν έλεγε να ησυχάσει όσο κι αν ο καλός Θεός της υποσχόταν στις δυο αντίπαλες παρατάξεις, τους πλούσιους και τους φτωχούς, πως θα  μεσολαβούσε για άλλη μια φορά  να φέρει την ειρήνη ανάμεσά τους, για να πάψει πια να χύνεται τόσο αίμα άδικα στους δρόμους και ο τρόμος που φτερούγιζε σαν μαύρο φάντασμα από γωνιά σε γωνιά να έφευγε για πάντα.
Τούτοι οι πλούσιοι ήταν για τους φτωχούς κατάρα και τίποτα άλλο. Κι αυτό γιατί τους όρκισαν στη Θεά Φτώχεια πιστούς οπαδούς της, τους στρίμωξαν στα ανήλιαγα σοκάκια και τους έβαλαν να ζήσουν με τους εφτά ανέμους στη στέρηση και στην υποταγή. Μετά τους ανάγκασαν να δουλεύουν όλη μέρα ανασφάλιστους και νηστικούς  μ’ όλες τις πληγές του Φαραώ να δέρνουν τα σώματα και τις ψυχές τους. Έτσι όσο περνούσε ο καιρός η συνοικία των πλουσίων αύξαινε, άστραφτε, μεσουρανούσε και γινόταν ισχυρή,  των φτωχών όμως βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στη λάσπη, στην εγκατάλειψη και στις επιδημίες που άφηναν πίσω τους αρρώστους και νεκρούς.

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Νύχτες μαύρες και άραχλες

Αποτέλεσμα εικόνας για ΡΑΚΕΝΔΥΤΟΣΤου Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
      << Τον χρόνο εκείνον βρέθηκε  χωρίς δουλειά και συνεπώς  ζούσεν απ’ τα χαρτιά  από το τάβλι και τα δανεικά. Τα ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.  Μια φορεσιά την ίδια πάντοτ’ έβαζε, μια φορεσιά πολύ ξεθωριασμένη  κανελιά >> έφη ποιητής Καβάφης, χρόνια πολλά πριν δαγκάνουμε το ψωμί και στάζει αίμα.  Χρόνια πολλά πριν τις μαύρες και άραχλες νύχτες μας οι κάπηλοι, οι άρπαγες και οι απάτριδες πολιτικοί τις βαφτίσουν  λευκές. 
         Κι όμως δεν είναι λευκές, γιατί το όσπριο τελείωσε και οι απόγονοι της Αθήνας και της Σπάρτης γίνονται μάρτυρες της πείνας.  Άλλος χάνει τη δουλειά του, άλλος το σπίτι του  πολλοί παίρνουν τα βουνά σαν τα αγριογούρουνα να βρούνε βελανίδι, άλλοι τελειώνουνε τη ζωή τους πέφτοντας  από τις ταράτσες, πολλοί εκπατρίζονται για άλλες μακρινές και αφιλόξενες χώρες με τον πόνο στα μπαγκάζια τους. 
         Σόδομα και Γόμορρα η πατρίς. Κυλιέται χάμω σαν  παρθένα και βογκάει λες και την ξεπαρθενεύει Ούννος βιαστής. Τα  μοσχοβόλα κίτρα του κόρφου της μαράθηκαν, η αστραψιά του κάλλους της σβήστηκε, κανένα χέρι στοργικό δεν της δίνει λίγες σταγόνες από βότανο ιαματικό να της γιατρέψει τις πληγές.

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Κρέμεται η καπότα στην αλυγαριά

Αποτέλεσμα εικόνας για έπιναν οι μέθυσοι και οι πότες
    Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
         Τριφύλιοι, ένδοξοι λόγιοι, ζώντες και μη, διακονούν τα άνθη του Λόγου, επαξίως.  Με κείμενα ζεστά που ξεπαγώνουν την ψυχή, με λογοτεχνικά ειδύλλια που τις σκοτεινές μέρες μας φωτίζουν με ίαμβους και δεκαπεντασύλλαβους που αιωρούνται στις στέγες των σπιτιών, διώκτες της σκόνης και της σήψης που έχει επικαθίσει.
        Λήθη με πληγή αιμάσσουσα τούς ξέχασε, χέρι άρπαγας σκόρπισε τα χειρόγραφά τους και το καλοκαίρι πέρασε χωρίς κάτι φίνο δικό τους να ειπωθεί. Στίχος τους δεν απαγγέλθηκε, παράγραφος δε διαβάστηκε, έντεχνο γράφημά τους από χείλη αφηγητή  δεν ήχησε στο αυτί του δοκιμαζόμενου λαού.  
          Τους έκλεισαν στα σπήλαιά τους, ευνουχισμένοι διανοητές, κρατικοδίαιτοι υπάλληλοι, που αλωνίζουν στους δήμους και σιτίζονται απ’ αυτούς!

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

'Ενα θερμό ευχαριστώ στο ITHOMI NEWS

       
 'Ένα θερμό ευχαριστώ οφείλω στο ITHOMI NEWS  που δημοσιεύει τα ταπεινά κείμενά μου και μια συντρόφισσα ευχή στο διαχειριστή του για να 'ναι καλά και να προβάλλει ανεμοδαρμένα ρήματα  και φράσεις στη σελίδα του από την πολυτάραχη κοινωνική και πολιτική ζωή μας.
           Πηγή ενημέρωσης τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ είναι κοινωνικοί μας  σύντροφοι, συμπολεμιστές μας στους αγώνες μας, μια άσβηστη φλόγα που φωτίζει το δρόμο μας και μας κρατάει άγρυπνους στις κουρασμένες μέρες  και τις μαύρες και άραχλες νύχτες μας.  Σ' αυτό εμπιστεύτηκα τα γραφτά μου, στον ούριο άνεμό του στηρίχτηκα για να τα κάνω γνωστά σε αναγνώστες που κοσμούνται από αρετή και παιδεία. Διαβάστε περισσότερα »

ΔΙΗΓΗΜΑ:Ο δάσκαλος...

Ο δάσκαλος του παλιού καιρού
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
          Με κούρευε με τη μηχανή όταν γνωριστήκαμε. Άσχημος, με μαλλί μαύρο και αγκαθωτό σαν του αχινού, κεφάλι μεγάλο και χοντρός, έμοιαζε με θρεμμένο χοίρο. Μ’  έκανε γουλί,  τράβηξε  το δεξί  αυτί μου, γέλασε και μ’ έστειλε να καθίσω στο τελευταίο θρανίο. 
           Στην αίθουσα όταν σμίξαμε τις ματιές μας, σάλταρε πάνω μου και με τη φωνή του μπάσα και υψωμένη, μου είπε:
          --- Να το πετάξεις αυτό το κόκκινο κασκόλ που φοράς, γιατί δε μου χτυπάει καλά στο μάτι! Το γαλάζιο είναι το εθνικό μας χρώμα κι αυτό να προτιμάς! 
          Έφυγε από κοντά μου αφού γέλασε σαρκαστικά, πήγε στον πίνακα, πήρε μια κιμωλία κι έγραψε: << Είσαστε Ελληνόπουλα, να αγαπάτε το γαλάζιο χρώμα της σημαίας μας, το γαλάζιο τ’ ουρανού και της θάλασσάς  μας  και να έχετε και τη συνείδησή σας γαλάζια! >> Βρέθηκε ύστερα μ’ ένα σάλτο στην έδρα, πήρε το βιβλίο των θρησκευτικών και άρχισε να μας απαγγέλλει το << Πάτερ ημών >>.

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ;Ο Έρως...

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
           ---  Ένας τέτοιος ανήρ σαν και σένα με περίσσεια ομορφιά δεν μπορεί παρά να πάρει εγγράμματη, όμορφη και νεοσσό γυναίκα! είχε πει μια μέρα η καφετζού της γειτονιάς, του Παναγή
          Αυτός σκέφτηκε τη Βενέντσια. Την αγαπούσε τρελά, δάκρυ καυτό έχυνε στο μαξιλάρι του τη νύχτα, η σκέψη του συνεχώς κοντά της, στο όνειρό του την έβλεπε ίδια θεά Αφροδίτη.
          Γνωριστήκανε στην Τρίτη Γυμνασίου. Κι από την πρώτη στιγμή, έσμιξαν τα βλέμματά τους, πέταξαν φλόγες οι καρδιές τους, ο ύπνος τους τσουρουφλιστός κάθε βράδυ. Γεννήθηκε έρωτας δυνατός, πείσμων κι εκδικητής, οπλισμένος πάθη, ζήλιες και εκδικήσεις. 
         --- Έλα έξω από το φροντιστήριο να σε δω! του ‘χε πει την πρώτη φορά η Βενέντσια έτοιμη να λιγοθυμήσει.

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ:Ο ουρανός με τα πολλά φεγγάρια...!!!

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Παράξενα πράγματα θα συμβούν τον Αύγουστο που έρχεται, στην πόλη, έλεγε η φήμη, και, πολλά μάτια θα κλάψουν πικρά με δάκρυα καυτά μ’ αυτά που θα φανερωθούν στους ανθρώπους της και θα γραφτούν με ματωμένα και ανεξίτηλα γράμματα στις σελίδες του χοντρού βιβλίου της ιστορίας της. Κι εκεί αφού θα επικυρωθούν με τη βαριά και σιδερένια σφραγίδα της Αιώνιας Κρίσης θα παραμείνουν σαν παρακαταθήκη στις επερχόμενες μελλοντικές γενεές.
<< Είναι η χρονιά του τρόμου >> έλεγαν πολλοί, << χρόνου των αισθημάτων του Φόβου >> που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα αποκαλυφθεί και τι θα δει, και, ποια σημεία και τέρατα, θα ‘ρθουν από  στεριά και ουρανό, ν’ απλώσουν τα μαύρα τους φτερά και να κάνουν τη μέρα νύχτα και τους ανθρώπους να πάρουν την όψη του Σατανά με τον κόκκινο δακτύλιο του τρομερού φωτός να τους σφίγγει το λαιμό.

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Ο ανάπηρος και ο αφέντης

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Νέος, μακριά από το ραγισμένο πατρικό κεραμίδι, βρέθηκα σε χωριό σφηνωμένο στους βράχους και πνιγμένο στο γαϊδουράγκαθο. Είχα  χάσει τον ουρανό, οι άνεμοι ούρλιαζαν μέσα στα θάμνα, οι μέρες μου απλώνονταν μπροστά μου σαν κιτρινισμένα χαρτιά. 
              Με κράτησαν κοντά του οι ψυχές των μαθητών μου. Όλες  τους ζυμαράκι  ζητούσαν κάποιον να τις πλάσει. Κι εγώ μπορούσα να το κάνω δαρμένος στον ανεμοστρόβιλο του βιβλίου. Πώς να τις αφήσω;  Φιλιώθηκα με την ερημιά και νανουρισμένος από το τραγούδι  τους, έμεινα να τις νοιαστώ τρία χρόνια.  
            Εκεί γνώρισα και το αϊτόπουλο τον Οδυσσέα.  Είχε πάρει το αποφυλακιστήριο  από τη χούντα, ζούσε σε καλύβη και τον χόρταινε ο γείτονας με ψίχουλα. Είχε τα πνευμόνια του σάπια, το δεξί του ποδάρι κουτσό και περπατούσε βασταζόμενος σε βακτηρία. Η σύνταξη αναπηρίας φορτωμένη σε πεζοπόρα χελώνα δεν έλεγε να φανεί στη στροφή και το ζην του αξιοπρεπώς συνθλιβόταν σε βράχους κοφτερούς.

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Ψαροφάγοι και πατατοφάγοι

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Είπα ν’ αλλάξω δρόμο, το μάτι μου να φύγει απ’  τα ερείπια της γειτονιάς μου, στα πηχτά μαστάρια των νεφών που χαϊδεύουν ανέγνοια τη θάλασσα να τα ρίξω. Και βρέθηκα να περπατάω σε ξερόφυλλα και πευκοβελόνες, σε κίτρινες κορφές χορταριών, σε κοτσάνια κοκαλιάρικα σαν χέρια. Μετά ούτε φύλλο δε σάλευε, ούτε στη θηλή του πεσμένου κλώνου μερμήγκι δε θήλαζε. Δρόμος ξεδιπλωνόταν φαρδύς, ασφαλτοστρωμένος, ντυμένος στα πορφυρά ενδύματα του πλούτου, γεμάτος σνακ και φαγάδικα. Φωνές, γέλια, ξεφαντώματα, τραπέζια τίγκα στο πιάτο και το φαί,  ρεψίματα και στομαχόπονοι που έφερνε των πινακίων το άδειασμα. 
          Μηδέ είδα πουθενά πιάτο γεμάτο με χοντροκομμένο τραχανά. Αλλά  ψαρούκλες ψητές, αστακοσαλάτες, γαρίδες ζελέ, χταπόδια σιγοβρασμένα στον ατμό, κρουτόν καβουρδισμένα σε παρθένο ελαιόλαδο Τριφυλίας. Και ο οίνος να ρέει Δούναβης.

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Λόγια ενός μεθύστακα...!!!

         Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
          Πριν με ρίξετε στον Καιάδα της χρεοκοπίας  δημαγωγοί Γκαίμπελς της εξουσίας ήμουνα ένα ευτυχισμένο ανθρωπάκι. Ξύπναγα το πρωί με τις πρώτες ηλιαχτίδες που φιλούσαν τη γη, χαιρόμουν τον αέρα που γιόμιζε με ήχους χαράς, θαύμαζα την επιδρομή που ‘καναν τα σύννεφα στον ουρανό και μιλούσα με τα μπουρμπούνια  που απολάμβαναν τους περιπάτους στα δέντρα του κήπου μου. 
          Ήμουν τυλωμένος, έγραφα στίχους, έπαιζα με τη φυσαρμόνικα τραγούδια και γέμιζα την ψυχή μου και των συνανθρώπων μου με δοξαστικά για τη ζωή, την άνοιξη, τη θάλασσα, τη μέρα, το καλό φαϊ, το κρασί, την όμορφη γυναίκα, το παιδί, τη δουλειά, για όλα  εκείνα που τα κάνατε και την κοπάνισαν κι έπεσε μαύρο στη ζωή μας. 
           Και τώρα άφραγκος, έγινα μεθύστακας, πίνω για να ξεχάσω από πρωίας μέχρι νυκτερινής, ποτήρια κατεβάζω για να απονεκρωθώ να πάψω να θυμάμαι και να πονώ. Ύβρεις εκχύνω, κατάρες και αναθέματα για ψύλλου πήδημα, με τη συμβία και τους φίλους μου διαπληκτίζομαι και αισχρολογώ.

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Ανάθεμα τη φτώχεια μας...!!!

Ζούμε μια δεύτερη Τουρκοκρατία!!!
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
        Είμαστε σμπαραλιασμένοι, καταθλιπτικοί, πεινασμένοι. Έχουμε χάσει τον μπούσουλα με την κρίση και δεν ξέρουμε τι μας γίνεται. Και ούτε αισιοδοξούμε αλλά και ούτε γνωρίζουμε τι μέλλει γενέσθαι. Εξουθενωμένος, άφραγκος και ταπεινωμένος, βλέπω να χάνω τις διακοπές.  Με τι μονέδα να πάω; 
      Περνάνε από το δρόμο μου κάτι ηλιαχτίδες αντάρτισσες νέες με τα μαγιό και μου φεύγει το τσερβέλο. Σκέφτομαι πως θ’  αναστενάξει η αμμουδιά όταν τις σκεπάσει η αρμύρα της θάλασσας και ζηλεύω.  Να  ‘μουν κι εγώ σε μια αμμουδιά, ξένη, μακριά από τη δική μου, πάνω στην ξαπλώστρα μου με πηδαλιούχο το μάτι μου, να κόβω  κίνηση, να θαυμάζω τις λουόμενες Αγγελικές και Υάκινθες  κι ένας άγγελος Ιόνιος άνεμος να μου απαγγέλλει θαλασσινούς στίχους. Αχ και να ‘μουνα λέω! Το βλέπω όνειρο όμως θερινής νυκτός και γι’ αυτό θα βολευτώ στον κήπο μου. Θα κάνω εκεί τις διακοπές μου κάτω από τις πορτοκαλιές και τα φύλλα της αγράμπελης. 

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Κόρακες γαμψονύχηδες


Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
          Γέμισε η πατρίς σωτήρες κόρακες, γαμψονύχηδες, σαρκοφάγους, μικρονοϊκούς που όλο το μερόνυχτο κράζουν κρα,  κρα,  κρα, τους Έλληνες τσιμπάνε και τους σκοτώνουν, τα πτώματά τους τρώνε ύστερα και το γλεντάνε. 
          Με τη σκούφια τους να κρατάει από τη χώρα του υπόκοσμου, στελεχώνουν την εξουσία, τη διοίκηση και την ενημέρωση και μοιράζουν τον πλούτο με ξιπασμένη μίμηση καταχτητή στους ανελεύθερους υπηκόους τους. Και είναι αυτοί άχρηστοι πολιτικοί, σύμβουλοι φτηνιάρηδες και τεμπέληδες, φιγούρες προϊστάμενοι μιας αχαλίνωτης φιλοχρηματίας, σκυμμένοι λαπάδες των Μ.Ε.Ε, Κροίσοι της επιδερμικής ανάπτυξης, θιασώτες του υλιστικού μηδενισμού, απνευμάτιστοι αποστεωμένοι νονοί της νύχτας που τζογάρουν στη ρουλέτα ενός  εθνικού ολοκαυτώματος.
         Κόρακες στους δρόμους, στα χαλάσματα, στις πεσμένες στέγες, στις μάντρες, στις αυλές, στις φυλλωσιές των δέντρων. Κόρακες όρνια στυγνά με νύχια και με ράμφη να στάζουν αίμα, στα φαράγγια, στις πλαγιές, στις χτενισιές της αύρας, στους βόγκους της θύελλας και στα μπουμπουνητά του ουρανού. 

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Διήγημα:Ιστορίες απ’ την ταβέρνα ‘’Αρκαδιά ‘’

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Μια φορά τη βδομάδα κάθε Σάββατο βράδυ ανταμώναμε στην ταβέρνα  << Αρκαδιά >>. Είμαστε οκτώ και στην αρχή της εφηβείας μας αφήσαμε τη σάπια σάρκα του χωριού μας  και ήρθαμε στο << κλεινόν άστυ >> του κάμπου να σπουδάσουμε στο Γυμνάσιο και να αφυπνιστούμε εκ της ραστώνης που μας επέβαλλε  τόσο η εφηβική αναίδειά μας όσο και η σχολαστική και μίζερη ζωή της απογυμνωμένης επαρχίας. Ακόμη να νιώσουμε το γλυκασμό της γραφής και της σκέψης των Αρχαίων λογίων προγόνων και νεοτέρων, να  αποσβέσουμε το << μηδενός επιθυμείν >> και να γευτούμε διάφορους ποιητικούς οίστρους όπως της θυσιασμένης κόρης Ιφιγένειας για χάρη ενός λαφυραγωγού πολέμου εξαιτίας της πληγωμένης αξιοπρέπειας του Μενελάου και της νιότης της Ελένης.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Τω ερασμίω Χρίστω Πλακονούρη

 Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
          Η σκέψη σου προέλαυνε της μηχανής κι εκείνη σ’  εκδικήθηκε. Ζήλεψε, εξοργίστηκε και μ’ όλη της την αγριότητα σου επιτέθηκε με τον κεραυνοβόλο πόλεμό της.  Αντιστάθηκες, γλίτωσες, μάζεψες τη ζωή σου από τις όχθες της Αχερουσίας και επέστρεψες στις απλές καρδιές των οικείων και των φίλων σου, στον ψίθυρο του κήπου σου και στα χρυσά γραφτά σου που πνέουν νιότη ανίκητη κι ανθίζουνε τις νύχτες μας που μαύρες κι άραχλες  δεν παύουν ν’ αγκομαχάνε. 
           Η ζωή για κάποιους δεν έχει αξία. Γι’ άλλους σημαίνει ματαιότητα. Ο Σωκράτης λίγο πριν την εγκαταλείψει, είπε: << Η ζωή σημαίνει αδιάκοπος πόνος: χρωστώ έναν κόκορα στον Ασκληπιό που είναι έτοιμος να με λυτρώσει >>.
           Εσύ δεν την χορταίνεις, έγραφες. Την στραγγίζεις όπως το ούζο ως τον πάτο του ποτηριού σου, τη γλυκιά συντροφιά της δε θέλεις να τη χάσεις. Δοκιμάστηκες, δεν την αποχωρίστηκες, μαζί στον κόσμο και πάλι με τη χρυσή πένα σου στα << όπλα >> θα φωνάζεις και κάθε φαύλο, επίορκο και δημοκόπο με το λόγο σου θα χαστουκίζεις.

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Πάνω Πόλη...

Παρελθοντολογώ και πάλι. Όχι όμως συνεχώς. Μια φορά στο τόσο. Θέλεις για γιατρειά, θέλεις για τις φλόγες της Ελένης, όμως παρελθοντολογώ. 
Του Παν. Αντωνόπουλου
              Για να ξεθάψω μια ζωούλα, στα κομμάτια της να ψάξω το πικρό μου δάκρυ, να θυμηθώ το παλληκαράκι που άφησε το σπλάχνο του χόρτου και ήρθε στην Πάνω Πόλη. Έφηβος πια, να συνάξω σοφία στο γυμνάσιο της Αρκαδιάς, να αποστηθίσω το << Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα, πολύτροπον, ος μάλα πολλά >> και να δω το κεφάλι μιας όχεντρας φτώχειας να δαγκώνει και να συντρίβει χαμάληδες και λούστρους και ν’ αφήνει απείραχτους άρχοντες και αφέντες, 
             Έπιασα δωμάτιο ερείπιο. Οι σκισματιές του βαθιές,  χρόνους ν΄ ασπριστεί, τις πόρτες και τα παράθυρα  μπαλωμένα με τσίγκους και χοντρό χαρτί. Ένα τηγανάκι, ένα ποτήρι τσακισμένο, η κατσαρόλα ξεγάνωτη, παλιά.  Το φαγητό λιτό, χωρίς πρωινό και δείπνο.

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Καλοκαίρια φίνα

Αποτέλεσμα εικόνας για ΣΤΑ ΚΤΗΜΑΤΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Τότε τα καλοκαίρια μας ήτανε φίνα. Με τα πόδια μας γρατσουνισμένα, τις ρόγες των βυζιών τον κοριτσιών τσιμπημένες από το Ζέφυρο, τη μουσική συμφωνία της αηδόνας να χαϊδεύει τα ώτα μας, τις μυρωδιές του υάκινθου να μας τέρπουν την όσφρηση και στην πίσω τσέπη ο ελύτειος λόγος σε χαρτί κιτρινισμένο να λέει: << Πάει καιρός που ακούστηκε η τελευταία βροχή πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες. Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος, τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους, της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά – σιγά και πλάι απ΄ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας ένα  πελώριο  φυτό  κοιτάει   κατάματα  τον ήλιο…  >>  
               Μόλις τα σχολεία έκλειναν αμπαρώναμε τα σπίτια και γινόμαστε Λούηδες. << Φορτώστε τα στο γάιδαρο >> έλεγε ο αφέντης πατέρας χαϊδεύοντας το ακάνθινο γένι του. Προορισμός μας το χτήμα για τις καλοκαιρινές μας διακοπές, σε χώρο άνυδρο και ξερό, ζωσμένο τριγύρω από την αφαλαρίδα και την αφάνα. Φέρναμε τον όνο σηκωτό. << Τις κότες, εκεί >> πρόσταζε η μάνα. Έδειχνε με το στραβό της δείκτη τα κολιτσάκια του σαμαριού και τις φορτώναμε δεμένες από τα πόδια κατωκέφαλα.

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΆΦΗΜΑ: Στο διάβολο, μπολσεβίκο!

Του Παν. Αντωνόπουλου
Σπούδαζα σε μια εποχή μαύρη χωρίς μεγαλεία. Στην πατρίδα χούντα, η βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου εφτασφράγιστη, οι λύκοι της ασφάλειας μ’ ανοιχτό το στόμα γύρω μας, καθηγητές που έσκαγαν πλάκα με τα σκελετωμένα σώματά μας που τα είχε φάει μια πείνα Μέδουσα. 
            Το ρευστό εσαεί ψαλιδισμένο, ο πατέρας άρρωστος από κακιά νόσο στο νοσοκομείο, η μητέρα να πλένει γριούλες για τον επιούσιο, οι καημοί μου  να ξεψυχούν σ’  ένα σκοτάδι απελπισίας και θανάτου. Όμως δεν το ‘βαζα κάτω. Ξημεροβραδιαζόμουν στο βιβλίο, έμενα άυπνος, στερούμουν τη ντολτσεβίτα, ήθελα να πετύχω το στόχο μου και να χριστώ πτυχιούχος με λαμπρό το πνευματικό μου έαρ.

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Ο θάνατος του Μοχάμεντ Φαριγιάρ

ΔΙΗΓΗΜΑ 
Του Παν. Αντωνόπουλου
Στην  πολυτελέστατη θαλαμηγό του << Σοράγια >> θα γιόρταζε την εικοστή πέμπτη επέτειο της θητείας του στην εξουσία της χώρας του ο  δικτάτορας Μοχάμεντ Φαριγιάρ. Γι’ αυτό σκέφτηκε να καλέσει τους επιτελείς του στη μεγάλη σάλα της και μέσα σε ατμόσφαιρα χλιδής, υπεροψίας και εκφοβισμού να τους μιλήσει για το μεγαλείο και την πρόοδο της πατρίδας τους κάτω από το στρατιωτικό καθεστώς το οποίο τόσο επιτυχώς εκπροσωπούσε!

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Φουστάνια καλοκαιρινά

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
               Δεν ξέραμε τότε το  KOLOR  GEL, ούτε  τις κρέμες ενυδάτωσης και τις αντιλιακές. Γυμνοί βουτούσαμε στις γούρνες της ρεματιάς, ξυπόλητοι τρέχαμε να στήσουμε πλακοπαϊδες για να πιάσουμε αετομάχια, ώρες ολόκληρες στηνόμαστε κάτω από τις κοκορεβιθιές για να σκοτώσουμε με τη σφεντόνα σταρήθρες και συκοφάγους.
                  ‘Όχι! Δεν είχαμε  τα σημερινά βιοχημικά εδώδιμα. Λίγο το φαγητό, το λάδι και το ψωμί, λίγες και οι ντομάτες με τις πατάτες. Έτσι χαιρόμαστε πιο πολύ το σώμα του καλοκαιριού, τις σκουριασμένες ψυχές μας από τα ανήλιαγα δωμάτια και τη σκόνη του πίνακα στα θερισμένα και στις ακρογιαλιές γιατρεύαμε.   
                Κλείνοντας το σχολείο κάναμε μπρατ. Οι κοντινοί στη θάλασσα γέμιζαν κιόλας λέπια, ονειρεύονταν τρικούβερτα μπάρκα, περπατούσαν κι έκαναν νοερά μακροβούτια σαν δέλφινες. Οι καμπίσιοι έβλεπαν να παίρνουν νυχτερινούς υπνάκους  σε αρωματισμένες αγκαλιές με σγουρούς βασιλικούς, οι βουνίσιοι να παίζουν φλογέρα  με τους τσοπάνηδες στις πλαγιές.

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Η γυναίκα της οδού Αφροδίτης

Δ Ι Η Γ Η Μ Α 
Του Παν. Αντωνόπουλου 
Ο Τόμας σαν κλείδωσε την πόρτα πίσω του κι έριξε μια αδιάφορη ματιά στον ευρύχωρο χώρο του δωματίου του, άναψε ένα τσιγάρο και πλησίασε το παράθυρο. Εκεί μ’ ένα χαμόγελο στο ευφυές πρόσωπό του, άρχισε να  κοιτάζει για πολλή  ώρα την αδύνατη φωτισμένη και τυλιγμένη στα βαθιά σκοτάδια μικρή πολιτεία την οποία εμπορική και προσωπικοί λόγοι τον ανάγκασαν να την επισκεφτεί.
            << Α, αχά >> τσίριξε σε μια στιγμή έτσι που η φωνή του φάνηκε να ξεστράτισε. << Το βρίσκω ύψιστα, πολύ ύψιστα διασκεδαστικό αυτό που βλέπω! >> ξεφώνισε στη συνέχεια μ’ ένα παρατεταμένο γέλιο για να πει με υπερβολική χαρά : <<Όλα γίνονται στην εποχή μας! Κι ένας οίκος ανοχής, σαν αυτόν που βλέπω απέναντι, πάντα δίνει ενεργητικότητα κι επινοητικότητα στους ανθρώπους της πόλης! Ας είναι οπλισμένη με υγεία η κυρία που δίνει το λάγνο και χυμώδες κορμί της με τους θυελλώδεις σπασμούς του στις ανάγκες των αντρών για να ικανοποιήσουν το ερωτικό τους πάθος>>.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Αναμνήσεις μιας χαμένης εφηβείας

Διήγημα
Του Παν. Αντωνόπουλου 
Δεκαετία του ’60.. Κοινωνία χωρίς τούφα γαλανού ουρανού και  τις ελπίδες της σκορπισμένες από τον οργισμένο άνεμο. Ο πολιτισμός στη διαμελισμένη επαρχία έφτανε σε ισχνή πεζοπόρα χελώνα. Κι εμείς λιθοβολημένα παιδιά της με το πυρ της εστίας μας σβηστό, την κλίνη μας κρύα και την ένδυσή μας πενιχρή κι ατημέλητη. Η σίτισή μας  λιτή, με ξεροφαγία και αποξηραμένα σύκα. Ωχροί κι αδύνατοι στην όψη, ευειδείς όμως στην πάλλουσα εφηβική καρδιά.
                  Αρχή της εφηβείας μας ήρθαμε στο  << κλεινόν άστυ >> του κάμπου να σπουδάσουμε και να αφυπνιστούμε εκ της ραστώνης του χωριού, να νιώσουμε το γλυκασμό της γραφής των λογίων πατέρων, να αποσβέσουμε το  << μηδενός επιθυμείν >>  και να γευτούμε τον ποιητικό οίστρο της θυσιασμένης κόρης Ιφιγένειας για χάρη ενός λαφυραγωγού πολέμου εξαιτίας της πληγωμένης νιότης της Ελένης του Μενελάου.

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Ο άτακτος υιός

ΔΙΗΓΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Δώθε κατά τα χωριά του Νότου πολλοί ήταν οι σπουδαγμένοι. Έτσι με το πτυχίο στο χέρι ένιωθαν δυνατοί, εξασφάλιζαν τον άρτο τον επιούσιο και ξεχώριζαν μέσα στο πλήθος.
               Γι’ αυτό αποφάσισα κι εγώ να τελειώσω τη Σχολή και να είμαι πεφωτισμένος αστέρας και διαλεχτός στην κοινωνία που θα ζούσα. Εξάλλου μου το είχε πει κοφτά και ο γεννήτοράς μου στην κουβέντα μας που κάναμε σχετικά με τα γράμματα: << Εγώ. γιε μου, πλούτη δεν έχω για να σου δώσω. Αγαπάς τα βιβλία σου; έχει καλώς! Δεν τ’  αγαπάς; τότε κλάψε με  την τύχη σου! Το πολύ - πολύ να σε στείλω στο θείο σου στην Αθήνα να σε πάρει στο μαγαζί του και να πουλάτε μαζί τα είδη της μπακαλικής! Τι άλλο να σου προσφέρω; >>
               Αποφάσισα πως είχε δίκιο και βρέθηκα ένα μουχρωμένο πρωί στην αγκαλιά του να τον αποχαιρετώ.
               --- Στο καλό! μου είπε με το μάτι του να λάμπει.
               --- Ναι, πατέρα!

Ο Παν

ΔΙΗΓΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
        Καίγομαι σήμερα, υμνωδώ τον εγγενή Θεό μου, ακροβατώ και είμαι ευγνώμων τοις πάσι. Γέμισα το κεφάλι μου γράμματα, έγινα ελκεσίπεπλος της παιδείας, ονομάζομαι  Πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Τριπόλεως.
        Κάνω αγώνες δρόμου, αθλοθετώ φιαλίδια με ελληνικό οίνο, στην είσοδο του σταδίου διαφημίζω τη νίκη του πνεύματος επί της ύλης.
        Το ξέρω, εμβάλλω πληγές στην αγραμματοσύνη, οι εύσχημοι με χειροκροτούν, τα δόντια τους μου τρίζουν οι αισχροί δολοπλόκοι, κατάρες ακώ και ύβρεις από τους σκράπες και τους μαθητές του πέντε. Όμως δεν πτοούμαι, αλωνίζω τους δρόμους και παντού φωνάζω και κηρύσσω το καλό που έχει το Πνεύμα.

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Παναγιόχορτο και πολυκόμπι

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
<< Τα δέντρα πρασινίσανε και γιόμισαν λουλούδια, του πιστικού ακούγεται η γέρικη φλογέρα να σιγολέει άφταστα κάθε πρωί τραγούδια και τα πουλιά να κελαηδούν τον ύμνο τους στη μέρα… >> 
              Μάης στεφανωμένος με ανθοδέματα και κρίνα.  Με κίτρινους κρόκους και ρόδα. Με κλωνάρια ανθισμένα και φορτωμένα μύρο. Την αγράμπελη μοσχοβολούσα και τον κισσό  με ολόλευκα κάλλη. Τις παπαρούνες του αιμάτου σε βελούδες χορταριές, τα κρινάκια να μυριανθίζουν στις ρεματιές. Τις μαργαρίτες χτενισμένες, τα κεφάλια τους προσκυνητές του ανέμου, τις ανεμώνες πιτσιλισμένες με σταξιές από του Άδωνι  το αίμα.
                Πρόβατα αργοσάλευτα χοροπηδούν, ήχοι μπαχικοί ξεφεύγουν απ΄  τα πουλιά, ξέπνοες φωνές της γυμνής εργατιάς γίνονται τραγούδι στεναγμού στο χείλος του αυλού. Στους παχουλούς στήμονες η γύρη γίνεται τροφή σε μελισσούλες χρυσές, πορφυρόπεπλες πεταλούδες αίνους σκορπούν σε περιπάτους χαράς. Πνοές ορμητικές του κότσυφα μεθούν την τριανταφυλλένια δύση, κρυμμένα αηδόνια στης φύσης τις φωλιές πιπιλίζουν στίχους ηδονής.

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Πηγούλα

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου 
         Όταν  πήρα από τα χέρια της την Αντιγόνη του Σοφοκλή,    ταράχτηκα.  Ένας φωτεινός ήλιος ήταν το πρόσωπό της, από μέταλλο φεγγαριού ο λαιμός της,  ρόδο ολάνθιστο τα δυο της χείλη.  Φορούσε ένα φουστάνι λινό, κόκκινα πασουμάκια και είχε τα σγουρά της τα μαλλιά στολισμένα με μικρές- μικρές ιωνικές πλεξούδες. Πρόσχαρη, με μάτια πράσινα, ζωηρά, που φεγγοβολούσαν σαν δυο φλόγες από φως. Τα δόντια της λευκά στεφανωμένα με το χαμόγελου του δειλινού. Τα στήθη της δυο ξεπεταρούδια που ράμφιζαν  τη σιωπή. Ντροπαλή και γλυκιά. Κοπέλα που θα τη ζήλευε το αγιόκλημα για την τρυφερότητά της, η ζωή για την ιεροτελεστία που έτρωγε το πικρό ψωμί της. Ψυχούλα που οι νύχτες της γίνονταν κορδελίτσες  ωχρές και τις έπνιγαν τα όνειρα.  
    Κλειστήκαμε μαζί στης αγάπης το κλουβί. Η λύπη μας γινόταν χαρά κι ο ένας γέμιζε την αγκαλιά του άλλου με άνθη που είχαν τη γεύση του φιλιού. 
     --- Πηγούλα!  της φώναζα κι ερχόταν και κούρνιαζε στην αγκαλιά μου σαν φοβισμένο πουλί.   Μήπως θέλεις να διαβάσουμε; 

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Ήθελα να ήμουνα αρνί... λαμπρίτης!!!

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                Ήθελα να μου ήμουνα αρνί, λαμπρίτης. Να με έσφαζε μια φτωχή οικογένεια, να με έγδερνε, να έφτιαχνε  τα  άντερά μου μαγειρίτσα και να με έβαζε στη σούβλα. Με το ψημένο κρέας μου ύστερα να γέμιζε το πασχαλινό της τραπέζι, να έτρωγε τον άμπακα και να ‘κανε τρικούβερτο γλέντι, ρωμαίικο, τύφλα στο κοκκινέλι. 
                 Να ζήλευαν τα ευρωπαϊκά λαμόγια, ο οικονομολόγος καροτσάκιας, η καγκελάριος όρνιθα και οι λοιποί βαστάζοι που τους ήθελαν νηστικούς. Ένα ντελίριο ύστερα να τους έπιανε και να μας άφηναν χρόνους.
                 Φαγωμένος θα ήμουνα πιο ωφέλιμος και θα ένιωθα και ευεργέτης χαϊδεύοντας την κοιλιά τους οι χορτασμένοι. Τώρα τι κάνω; Πληρώνω φόρους, τρέχω στα γκισέ, ξοφλώ πρόστιμα, δέχομαι φοβέρες για τις απλήρωτες δόσεις, το μερίδιο της σύνταξής μου βλέπω να μικραίνει, στο σβέρκο μου νιώθω την προβοσκίδα του κράτους να μου ρουφά το αίμα.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Η εκδίκηση

Διήγημα τρόμου και φαντασίας
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Ο επιχειρηματίας Αστέριος ήταν κυνικός, στυγνός και αναίσθητος. Γι’ αυτόν οι ηθικές αξίες έπρεπε να προσπερνιούνται από τα άγρια ένστιχτά του που τα χρησιμοποιούσε για εκμετάλλευση, αναρρίχηση και διατήρηση των παθών του, έτσι που στον κόσμο του ήταν γνωστός ως  δράκουλας των θαλασσών .Συνήθιζε να χτίζει τα ξενοδοχεία του στις καλύτερες παρθένες ακρογιαλιές της πατρίδας του, να καταπατά τις εκτάσεις της ακτής, να υπερυψώνει άκομψα και σατανικά στην όψη κτήρια και να ρυπαίνει με τη διοχέτευση των λυμάτων τα ποτάμια και τις θάλασσες. Η εικόνα αυτή που έφτιαχνε ήταν ένα κομμάτι από την περιγραφή της κόλασης του Dante.
Ο ίδιος ήταν κοντός, άσχημος και αδέξιος. Το κεφάλι του κατέληγε σε κορυφογραμμή, τα μάτια του μικρά, γαλάζια γεμάτα μίσος, η μύτη του πλακουτσή σαν αντίγραφο μικρού αγριόχοιρου της ορεινής Πελοποννήσου. Όταν περπατούσε χοροπηδούσε σαν καγκουρό, κουνιόταν σαν χιμπατζής και κορδωνόταν σαν παγόνι.

Ο Ανθόλαος...!!!

ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου
            Ένας ανεπαίσθητος ήχος τράβηξε την προσοχή του Ανθόλαου, που ξαπλωμένος κάτω από το χαμηλό ξύλινο καλύβι, διάβαζε λαίμαργα τους << Άθλιους >> του Β. Ουγκώ και τον έκανε να πεταχτεί και να ταλαντευτεί σαν εκκρεμές στον αέρα. Κι αμέσως είδε δυο χωροφύλακες να ορμούν σαν πεινασμένα τσακάλια και να του περνούν τις χειροπέδες στα χέρια.
     Ένας οξύς πόνος τον διαπέρασε στην καρδιά και για δευτερόλεπτα σκέφτηκε πως η σύλληψή του ήταν ψέμα.  Γρήγορα όμως σαν άστραψαν στα μάτια του τα δυνατά χαστούκια των μπράβων της εξουσίας κατάλαβε πως η ζωή του τελείωνε. Και χωρίς αντίσταση παραδόθηκε στο τέρας που με τη μύτη της ξιφολόγχης χάραζε τα κορμιά των ελλήνων και τα γέμιζε πληγές στα μπουντρούμια και στις φυλακές.